24 Μαΐ 2009

Geek Pride Day

Υπάρχει η γιορτή της μητέρας, η γιορτή του πατέρα, η παγκόσμια ημέρα για το νερό και η ημέρα προστασίας της γλυκοπατάτας του Αμαζονίου. Κάποιοι όμως αδικήθηκαν και έμειναν χωρίς τη δική τους μέρα. Αναφερόμαστε σε μία από τις πιο παραγνωρισμένες ομάδες του πληθυσμού: τους geeks.

Ο όρος καθεαυτός στα ελληνικά υποκρύπτει την επικρατούσα ρατσιστική αντίληψη για τους geeks. Ήδη από το δημοτικό ήταν οι μαθητές που αρίστευαν αφήνοντας τους άλλους να τρώνε τη σκόνη τους. Αντικείμενο θαυμασμού από δάσκαλους και καθηγητές εισέπρατταν το χλευασμό και την περιθωριοποίηση από κάποιους συμμαθητές τους. Από μικροί ανέπτυξαν δεξιότητες όπως η αφαιρετική και η ικανότητα απομνημόνευσης σε βάρος ίσως της κοινωνικοποίησης, προτιμώντας να παίζουν και να διαβάζουν σπίτι. Τα είκοσι τους βρήκαν στο αναγνωστήριο κάποιας σχολής ή πίσω από έναν υπολογιστή, τα τριάντα να πνίγονται σε ένα γραφείο και τα σαράντα σε θέσεις ευθύνης, να προσπαθούν να φέρουν βόλτα εκείνους που από μικροί δεν τους γούσταραν. Εξ ου και "σπασίκλες". Επειδή όμως λίγο που τους νοιάζει, το Canis Libertatis τους εύχεται ζωή, μακροημέρευση και παγκόσμια επικυριαρχία!


Η 25η Μαΐου είναι εδώ και τρία χρόνια Geek Pride Day. Το μανιφέστο κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τον κούταβο.

2 σχόλια:

rad είπε...

Το σπασίσκλας είναι παλιό και σχετικά ήπιο. Πλέον χρησιμοποιούνται όροι όπως "φυτό" και τα παράγωγα "φυτώριο", "θερμοκήπιο" κλπ.
Έχεις πολύ δίκιο για τον ιδιότυπο ρατσισμό που φανερώνουν τέτοιοι χαρακτηρισμοί, που -όπως όλοι οι ρατσισμοί- εκπορεύεται από αισθήματα ζηλοτυπίας και προσωπικής μειονεξίας.

Manoliscus είπε...

Δεν θα διαφωνήσουμε καθόλου.
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί βέβαια αποτελούν μια μορφή λεκτικής βίας, η οποία καλώς ή κακώς συναντάται ήδη από το δημοτικό. Σοβαρό πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτή εκτρέπεται σε σωματική.

Αξίζει να ρίξεις μια ματιά σε όσα αφηγείται ο Μάνος Χατζιδάκις:

"Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

- Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δύο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φάνουν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:

- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Καί μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια καί χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο καί τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει."