Ενας κόμπος βαθιάς συγκίνησης κι ασύγκριτου δέους της φράζει το λαιμό και λύνεται μέσα από ένα λυγμό χαράς κι αισιοδοξίας. Τα παιδιά της κουρνιάζουν μες στο βλέμμα της γεμάτα απορία. «Τι συμβαίνει μανούλα»; Τα σφίγγει τρυφερά στην αγκάλη της και τους εξηγεί. «Σε λίγο παιδιά μου ξεκινά το 17ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ του ΚΚΕ. Αυτό συμβαίνει!»
Έπεσε τις προάλλες στην αντίληψη μου ένα
διήγημα - μαργαριτάρι, το οποίο είχε δημοσιεύσει προ ετών ο Ριζοσπάστης ενόψει του 17ου συνεδρίου του κόμματος. Το κείμενο αυτό αποτελεί εγχειρίδιο οδηγιών, καθώς αποκαλύπτει με χαρακτηριστικό τρόπο τόσο το αξιακό σύστημα όσο και την αισθητική, η οποία διέπει τον μέσο τακτικό αναγνώστη του εντύπου.
Η υπόθεση εκτυλύσσεται στην Αθήνα του 2005, όπου μία συνειδητοποιημένη αγωνίστρια, η "ταλαίπωρη Ρηνιώ", πληροφορείται την διαγραφή της από το κόμμα με την αιτιολογία πως "η διαρκής απουσία της εμπόδιζε τη λειτουργία της οργάνωσης". Η Ρηνιώ βρισκόμενη στα πρόθυρα νευρικού κλωνισμού αποφασίζει να συντάξει μία επιστολή - κατάθεση ψυχής, όπου εκφράζει την πίστη της στα δίκαια του ταξικού αγώνα και παράλληλα κατηχεί τους συντρόφους αγωνιστές. Στην αρχή μάλιστα της επιστολής γίνεται λόγος για μία επαίτη, με την οποία η Ρηνιώ πιάνει κουβέντα και της προτείνει να την εξαγοράσει προκειμένου να κατέβουν μαζί σε κάποιο από τα συλλαλητήρια του κόμματος. Η άρνηση της δεύτερης όμως οδηγεί την πρωταγωνίστρια στο συμπέρασμα πως "αυτή η γυναίκα, Η ΖΗΤΙΑΝΑ, δε χρειάζεται βοήθεια. Βιολογικό καθαρισμό εγκεφάλου, που λέει ο λόγος, χρειάζεται, για να συνέλθει".
Το μελόδραμα λήγει με την λυτρωτική επανεγγραφή της Ρηνιώς, η οποία επιστεγάζεται από αφόρητο ρεαλιστικό λυρισμό, όπερ σουβλάκια, κοκκινέλι, βουρκωμένα μάτια και φτωχολογιά.
Δεν είναι όμως μόνο η ατμόσφαιρα φαβέλας δεκαετίας πενήντα, η οποία διαπερνά το κείμενο. Μέσα από τις γραμμές του αποκαλύπτεται για πρώτη ίσως φορά ένα ιδιότυπο τιμολόγιο, μία εισφορά, την οποία οφείλει κάθε μέλος στον κομματικό μηχανισμό.
"Στάσου Ρηνιώ. Η επιστολή σου μας έκανε όλους να δούμε καθαρότερα τη θέση μας και τις υποχρεώσεις μας τη δοσμένη στιγμή απέναντι στο μέλλον. Ενα κόκκινο βδομαδιάτικο σκόπευα να προσφέρω για οικονομική ενίσχυση του Κόμματος ενόψει του 17ου Συνεδρίου. Λάθος μου, όμως, αφού μπορώ να προσφέρω πολλά περισσότερα και δίχως μάλιστα να ζοριστεί άγρια η καθημερινότητα της οικογένειάς μου. Να... νοικιάζω μια γκαρσονιερούλα σ' έναν εργένη. Ε, δυο νοίκια απ' την γκαρσονιέρα μαζί μ' ολόκληρο το δώρο των χριστουγέννων απ' τη δουλιά μου θα τα δώσω στο Κόμμα."
Πραγματικά, όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με τον χώρο αυτό, τόσο περισσότερο πείθεται πως εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν μηχανισμό προπαγάνδας, ο οποίος κατηχεί και εθίζει τα μέλη του σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Αν δεν υπήρχε η τυφλή υπακοή ενός κομματικού στρατού σε ένα ιστορικό απόβλητο, το κείμενο θα διεκδικούσε δάφνες ιλαρότητας. Δεδομένης όμως της σημερινής κατάσταστης, η ανάγνωση του οφείλει περισσότερο να μας προβληματίσει παρά να μας διασκεδάσει.